Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Όνειρο στο γιασεμί


Ανεμπόδιστο το όνειρο
στα πλυμμένα από τη βροχή
φύλλα του γιασεμιού,
αναλογίζεται πως τόσο χρώμα χάθηκε
στην αδιαλλαξία του άσπρου

Μέσα στη μίζερη σχεδόν πάντα
φύση των ονείρων,
μια δροσοσταλίδα υποδύεται τη θάλασσα
και τα αγκάθια της πλεγμένης χλόης του αχινός.

Πόθησε να λιαστεί μήπως ο Θεός αγαπάει
τα ηλιόλουστα,
μα πουθενά χαρά,
μόνο πόνος φτιασιδωμένος επιδεικτικά
σέρνεται από συνευρέσεις σε συναυλίες,
και τα άμοιρα πόδια του φτενά
για να βαστίξουν το ωραίο,
το καθαρό, το ολόκληρο.

Έτσι κουτσαίνοντας, αρπάχτηκε απ' αυτά
τα δόλια φύλλα.
Ο άνθρωπος μικρός μα πιο μεγάλη η μιζέρια του.
Στων άστρων τη σύναξη θα σφυρίξει την ανημποριά του
κι αυτά θα λάμψουν πιο πολύ
όπως όλοι οι κοροϊδευτικοί αστέρες.



Αγνώστου

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Ολονυχτία






Δε με κατάλαβες,
όλη τη νύχτα ήμουνα πλάι σου,
προσπαθούσα να κλείσω τα παράθυρα,
πάλευα – όλη τη νύχτα.
Ο αγέρας επέμενε.
Άπλωσα τότε τις παλάμες μου πάνω σου
σαν δυο φύλλα ουρανού και σε σκέπασα.

Έπειτα βγήκα στον εξώστη
και κοίταζα δίχως χέρια τον κόσμο


Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

Η παρουσία της απουσίας (συνέχεια)



Αρχές φθινοπώρου, τελικά, ένα τηλεφώνημα ήταν δικό σου…

Εγώ που όλον αυτό τον καιρό με οδύνη χαρακτήριζα οποιοδήποτε κάλεσμα μονάχα σαν “Δεν είσαι εσύ ακόμα” με παρατηρούσα να σε υποδέχομαι ψυχρά, με απάθεια, σαν τίποτα να μην συμβαίνει.

Καμιά μα καμιά αυτογνωσία μας δεν είναι ικανή να προβλέψει την αντίδρασή μας κάποια δεδομένη ώρα, όταν πράγματι η ώρα αυτή φτάσει. Από τον τόνο της φωνής σου αισθάνθηκα πως ήσουν έτοιμη να γυρίσεις κοντά μου, έτοιμη να ζητήσεις συγνώμες και να δώσεις όρκους. Και τρόμαξα…

Παρέδιδες όλα σου τα όπλα κι έκανες όλη σου την λαμπρή εξουσία πάσα σε μένα. Μου μεταβίβαζες το ξίφος της απόφασης για τη ζωή μας.

Η απουσία σου τερμάτιζε εδώ και η μαγεία της και η αξία της μ’ εγκατέλειπαν απροετοίμαστο. Ότι ποθούσα κι ότι λαχταρούσα μου προσφερόταν στο πιάτο με άπρεπη, άσεμνη ευκολία.

Γυρνούσες πάλι σε μένα. Η τραγωδία μου τέλειωνε πιο κακόγουστα και κοινότυπα κι απ’ το αίσιο τέλος παλιάς ταινίας ελληνικής.

Κι εγώ που τώρα πια κάτι έχω μάθει περισσότερο για τις αλχημείες της παρανοϊκής μου ψυχής, αντέδρασα σαν κακομαθημένο κι εγωιστικό παιδί για να μην χάσω το πανάκριβο δώρο που αξιώθηκα. Για να μην μου λιώσει μέσα στην πλήξη της επιστροφής σου.

Μου είπες: Εντάξει, κέρδισες, θέλω ξανά να γυρίσω κοντά σου.

Τούτη η νίκη μου δεν μ’ ενδιαφέρει πια, τούτη η ήττα σου δεν είναι αυτό που γυρεύω.

Και τώρα, σου είπα όχι εγώ για να διαφυλάξω απ’ την παρουσία σου, το πολύτιμο απόσταγμα της απουσίας σου.

Μ. Βαμβουνάκη - Ιστορίες με καλό τέλος

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Η παρουσία της απουσίας







Μου είπες “όχι άλλο” κι έφυγες.

Ζούσα βαφτισμένος στην απουσία σου. Κι η απουσία σου ήταν η πιο αστραφτερή παρουσία της ζωής μου. Όλα τα κατέλυε κι όλα τα αναγεννούσε απ’ την αρχή, σε χρωματισμούς και φωτοσκιάσεις νέες. Φωτοσκιάσεις νοσταλγίας. Αν κάθε κόσμος χρειάζεται τον ήλιο του για να τριγυρίζει γύρω του και να ρουφά ζωή, αυτό το δικό σου “όχι” έγινε τώρα ο ήλιος του κόσμου μου και γύρω απ’ αυτό γύριζε η ύπαρξή μου συνεχώς.

Σε νοσταλγούσα.

Η νοσταλγία δίνει στην ζωή ουσία και ανάταση. Αθωώνει τις ψυχές κι ευαισθητοποιεί το δέρμα. Σε μαλακώνει, σε κάνει καλό κι ονειροπόλο. Τα πράγματα γύρω σου από απρόσωπα αντικείμενα μεταμορφώνονται σε σύμβολα, οιωνούς και υπαινιγμούς.

Κυκλοφορούσα ανάμεσα σε σύμβολα και υπαινιγμούς, όλα γύρω από σένα κι αυτό μετάγγιζε στη καθημερινότητά μου ποίηση και συγκίνηση. Το ανούσιο σκηνικό της καθημερινότητάς μου μεταποιήθηκε σε ένα μυστηριακό ιερογλυφικό που ξεκίνησα με ζήλο παθιασμένο να αποκρυπτογραφήσω.

Όλα του βίου μου πήραν μια θέση και συγκλείνανε στο μέγα ερωτηματικό της καρδιάς μου: Πότε θα ξανάρθεις;

Νοσταλγώντας σε, γινόμουν άμορφος κι αδικημένος. Η αίγλη του αδικημένου έριχνε στο πρόσωπό μου χλωμό φωτοστέφανο και με ξεχώριζε απ’ όλους τους άλλους γύρω μου που κανείς καημός δεν εξάγνιζε το δικό τους βλέμμα.

Βαφτισμένη στην απουσία σου, πήρε επιτέλους σκοπό η ζωή μου.

Αν είναι αλήθεια ότι αγαπάμε ότι μας λείπει, εγώ από την ώρα που έφυγες σε λάτρεψα. Κι αν οι άνθρωποι γνώριζαν την σημασία που μπορεί να έχει η απουσία τους θα τη χρησιμοποιούσαν καλύτερα στις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα, τρομάζουν μήπως απόντες περιπέσουν σε κενό ανυπαρξίας κι αυτό τους κάνει ενοχλητικά φασαριόζους και φλύαρους. Και το κενό της φλυαρίας είναι το χειρότερο.

Η απουσία σου μου γέμιζε την ζωή μου την άδεια. Δεν υπήρχε κενό μέσα μου ή έξω μου που να μην κύλησε η απουσία σου σαν πλημμύρα μπόρας και να το πλημμύρισε. Μήπως κι ο Θεός με την απουσία του δεν εμφανίζεται; Απών σε προκαλεί να τον αναζητάς, να τον οραματίζεσαι και την έκσταση η ερημιά στην φωτιάζει.

Πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι ζωντανός απ’ την απουσία σου, συνειδητοποιημένος απ’ την σιωπή σου. Ονειροπαρμένος, πληγωμένος, προσανατολισμένος στην αναμονή σου. Ήρωας τραγωδίας μικρής.

Για πρώτη φορά ήξερα με σιγουριά τι θέλω: Να επιστρέψεις!

Συνεχίζεται… Μ. Βαμβουνάκη - Ιστορίες με καλό τέλος

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Αυτό είναι στο βάθος η Ποίηση


Αυτό είναι στο βάθος η Ποίηση,


η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις

προς αυτό που σε υπερβαίνει.

Να γίνεσαι άνεμος για τον χαρταετό

και χαρταετός για τον άνεμο

ακόμα κι όταν Ουρανός δεν υπάρχει.


Δεν παίζω με τα λόγια.

Μιλώ για την κίνηση

που ανακαλύπτει κανείς

να σημειώνεται μέσα στη στιγμή

όταν καταφέρνει να την ανοίξει

και να της δώσει διάρκεια.

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2010

αγάπη... εγγύηση




Η αγάπη θα τρόμαζε πολύ λιγότερο αρκετούς ανθρώπους, αν έφερνε μαζί της και μια εγγύηση. Τέτοια εγγύηση όμως δεν παρέχει ούτε η επικύρωση της εκκλησίας, ούτε η επικύρωση του νόμου. Αναγκαστικά, η αγάπη θα παραμένει πάντοτε ζήτημα εμπιστοσύνης στο βαθμό που μπορούμε να εμπιστευθούμε ο ένας τον άλλον. Ελάχιστοι άνθρωποι μπορούν ν 'αποφύγουν τον πόνο και τα δάκρυα, όταν προδοθούν στην αγάπη. Τέτοιες εμπειρίες μας κάνουν σκληρούς και λιγότερο ικανούς να συγχωρούμε. Δικαιολογούμε τη δυστυχία μας, κατηγορώντας την αγάπη. Αγνοούμε το γεγονός πως η αγάπη είναι σταθερή, ενώ οι άνθρωποι είναι άστατοι. 'Όντως η αγάπη προσφέρει εγγύηση, οι άνθρωποι όμως την προδίδουν. Την αγάπη μπορείς να την εμπιστευθείς , αλλά οι άνθρωποι είναι ευμετάβλητοι. Η μόνη πραγματική βεβαιότητα που μπορούμε να έχουμε στην αγάπη θα προέρθει όταν κατευθύνουμε τις δραστηριότητές μας κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να κάνουμε τον εαυτό μας ικανό και άξιο για τη διαρκή αγάπη. Τότε, δεν υπάρχει τίποτε να φοβηθούμε. Κόλαση είναι να έχεις πάψει ν' αγαπάς



Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Πώς σ' αγαπώ;


" Πώς σ' αγαπώ;
Τους τρόπους ας μετρήσω.

Σ' αγαπώ στο βάθος, πλάτος και ύψος που η ψυχή μου δύναται να φτάσει, σαν ψάχνει αόρατη να βρει το τέλος του Είναι και της Χάρης της ιδανικής.

Σ' αγαπώ στο επίπεδο της ταπεινότερης καθημερινής ανάγκης, κάτω απ'τον ήλιο ή του κεριού το φως. Σ' αγαπώ ελεύθερα, όπως παλεύουν οι άντρες για το Δίκιο.

Σ 'αγαπώ αγνά, όπως απεχθάνονται τον Έπαινο.

Σ' αγαπώ με το πάθος που έντυνα παλιά τις λύπες μου και με την πίστη των παιδικών μου χρόνων.

Σ' αγαπώ με μιαν αγάπη που νόμιζα πως έχασα μαζί με τους χαμένους μου αγίους- σ' αγαπώ με την ανάσα, τα χαμόγελα, τα δάκρυα όλης της ζωής μου!- και αν ο Θεός ορίσει θα σ' αγαπώ περισσότερο μετά το θάνατο."......

Ε.Μπράουνιγκ, Σονέτο XLIII

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Αιγαίο




Τα χέρια που πλάθουν το νερό
δεν έχουν σχήμα
Το σχήμα χάνει τις γραμμές του
μεθυσμένο στα χρώματα
Το χρώμα του Αιγαίου δεν είναι ένα
Κάθε σταγόνα κι ένα χρώμα
Κάθε σταγόνα, ωκεανός

Κάθε ράγισμα και γέννηση
κάθε κίνηση και ράβδισμα στο μέλλον
το χρώμα του μέλλοντος είναι εδώ
Έτσι όπως το χρώμα της ιστορίας
πέτρα - πέτρα, σταγόνα - σταγόνα

Τα πουλιά πετάνε με το φως
και φέρνουν μηνύματα από κόσμους
που θα έρθουν

Κρυψώνες ονείρων, σπηλιές θησαυρών
πηγάδια μύθων, βυθοί δίχως ίχνη
σκάφη με ίδια πάντοτε διαδρομή
τότε και μέλλον

Πως μαγνητίζει αυτό το νερό!
Η πέτρα χορεύει επάνω του σαν μουσική
σα γυμνό παιδί, που τρέχει στην καυτή άμμο
σαν κύμα που φέρνει και παίρνει,
δίνει κι αφήνει...

Επίγειες πεταλίδες, υδρόβιες πεταλίδες
καρφίτσες σε στήθη κοριτσιών

Οι μνήμες σημαδεύουν τα κύματα
τα κύματα σημαδεύουν τα καράβια
τα καράβια σημαδεύουν τους ορίζοντες
οι ορίζοντες δεν σημαδεύουν. Ταξιδεύουν.

Στη χούφτα σου ολόκληρη η υδρόγειος
μέσα σε λίγες σταγόνες Αιγαίο
που περιμένει κατακτητές σαν και σένα
κατακτητές που κερδίζουν αλλά δεν αγγίζουν

Χρυσόσκονη στα νερά
και στα τραπέζια της παραλίας
Οι βράχοι έχουν τη μορφή σου
Ηλιοβασιλέματα να χύνουν χρώματα
όλα σπονδή για σένα, σύντροφε του Αιγαίου
Ένα πουλί, ένα κοχύλι, ένα σταφύλι
Είσαι ο κόσμος που έρχεται

Όλα έτοιμα να μαγνητίσουν το μήνυμά σου
και να το κάνουν χαμόγελο κοντά στον ήλιο
Τα κύματα ταξιδεύουν τα χαρακτηριστικά σου
οι ιδέες σου γίνονται γέννηση
στο μάρμαρο, στο νερό, στο μέλλον

Το Αιγαίο είναι μια ατελείωτη
ελληνική αναμονή
Σφραγίδες υδάτινες, σημάδια Αιγαίου
στη σάρκα σου
παράθυρα ζωής, περάσματα στη μοίρα
βήματα που φτάνουν
ορίζοντες που κλείνουν στα χέρια σου
κι ανοίγονται στη σκέψη σου

Το αγκίστρι πιάνει νερό κι ελπίδες
Το Αιγαίο σε περιμένει
Η Ελλάδα σε περιμένει
εδώ το δίχτυ δεν σκλαβώνει
ελευθερώνει
Το Αιγαίο δεν πιάνεται
Γλιστρά και Ταξιδεύει
έτσι όπως το νερό
όπως το Φώς

Τα κατάρτια ριζώνουν στη θάλασσα
γίνονται δέντρα με καρπούς
περιμένουν τα χέρια σου
και το καράβι σου

Έλα στο Αιγαίο που τρέχει το αύριο
Η Ελλάδα σε περιμένει από το
πιο βαθύ της παρελθόν
μέχρι το πιο όμορφό της μέλλον.

Κώστας Παύλου Παναγιωτόπουλος

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Η γλώσσα μου είναι ελληνική και είναι γεμάτη λέξεις.




Η γλώσσα μου είναι ελληνική και είναι γεμάτη λέξεις.

Σε μένα οι λέξεις μοιάζουν σαν πουλιά.
Για να ’μαι ειλικρινής

σαν τα πουλιά μου φεύγουν απ’ τα χέρια.

Οι σπάνιες λέξεις είναι σπάνια πουλιά,
οι άλλες, οι κοινόχρηστες, είναι πουλιά συνηθισμένα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει
πως κι αυτά δεν θέλουν τη φροντίδα μας.
Υπάρχουν λέξεις που κρυώνουνε κι ίσως να πεθαίνουν κιόλας απ’ το κρύο.

Όμως ένα καλό που έχουνε οι λέξεις, δεν το έχουνε οι άνθρωποι.
Οι άνθρωποι ζούνε μια φορά.
Αντίθετα εκείνες μπορούνε ν’ αναστηθούν,
ίσως γιατί στ’ αλήθεια δεν πεθαίνουν ποτέ.
Ξέρετε τι παθαίνουν;
Απολιθώνονται και κάθονται καρτερικά και περιμένουν
σαν το παιχνίδι με τα αγάλματα.
Ποιον περιμένουν;
Εγώ νομίζω πως μπορεί να περιμένουνε και εμένα.
Δε λέω μονάχα εμένα.
Νομίζω, όμως, πως έχουν τις ελπίδες τους στηρίξει στα παιδιά.
Είναι πουλιά από πηλό
που περιμένουνε να τα ζεστάνουμε με την ανάσα μας.
Λέω «αμέθυστος» και κάτι αστράφτει,
λέω «αμάραντος» και γίνομαι μεγάλη σαν βουνό,
λέω «ζαρκάδι» και μπροστά μου ανοίγεται ένας κάμπος.
Πάντως δεν φέρονται στις λέξεις όλοι οι άνθρωποι το ίδιο.

Υπάρχουνε πολλοί που φέρονται
καθώς ο κυνηγός που έμαθε σκοποβολή
βάζοντας στόχο την καρδιά ενός αηδονιού.
Άλλοι πάλι στήνουνε δόκανα να πιάσουν τις πιο σπάνιες.
Είναι οι συλλέκτες.
Αυτοί τις βάζουν σε κλουβιά και τις επιδεικνύουν.
Οι πιο άκαρδοι της ταριχεύουν κιόλας!
Τότε τις βλέπεις στα σαλόνια,
ακίνητες με ανοιχτά φτερά.
Πολλοί τις λέξεις τις θεωρούνε φαίνεται ένα νόστιμο μεζέ.
Τις πιο μικρές και τρυφερές τις κάνουν μια χαψιά.
Οι πιο σπάταλοι από αυτούς τις φτύνουν κιόλας.
Άλλοι πάλι παίζουν μαζί τους επικίνδυνα παιχνίδια,
όπως η γάτα μου προχθές
που για ένα γούστο σκότωσε ένα τόσο δα παπαγαλάκι
κι έπειτα το παράτησε νεκρό στη τσιμεντένια αυλή.
Εγώ, όταν μεγαλώσω,
δεν θα ήθελα να μοιάσω με κανέναν από αυτούς.
Γι’ αυτό και λέω μέσα μου μια λέξη μαγική.
Λέω τη λέξη «άψινθος».
Και τώρα θα ρωτήσετε, τι πάει να πει.
Και δεν μου λέτε, άμα την ξέρατε, θα ήταν μαγική;
Μπορείτε να διαλέξετε κι εσείς τη μαγική σας λέξη.
Γιατί, όπως σας έλεγα στην αρχή,
η γλώσσα μου είναι ελληνική κι είναι γεμάτη λέξεις.


(Ημερολόγιο Καταστρώματος λέξεων για πράγματα που αρχίζουν να συμβαίνουν: – Τασούλα Καραγεωργίου «Παρά-μυθοι»)

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

ΘΑ ΞΕΡΕΙΣ ΠΩΣ ΔΕ Σ'ΑΓΑΠΩ




ΘΑ ΞΕΡΕΙΣ ΠΩΣ ΔΕ Σ'ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΠΩΣ
Σ'ΑΓΑΠΩ ΑΦΟΥ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΔΥΟ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΥΣ,
Η ΛΕΞΗ ΕΙΝΑΙ ΦΤΕΡΟΥΓΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ,
ΕΧΕΙ Η ΦΩΤΙΑ ΤΟ 'ΝΑ ΜΙΣΟ ΑΠΟ ΚΡΥΟ.

Σ'ΑΓΑΠΩ ΓΙΑ ΝΑ Σ'ΑΓΑΠΗΣΩ ΠΑΛΙ,
Τ'ΑΠΕΙΡΟ ΓΙΑ ΝΑ ΞΑΝΑΡΧΙΣΩ
ΚΙ ΑΠ'ΤΟ ΝΑ Σ'ΑΓΑΠΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΨΩ:
ΓΙ'ΑΥΤΟ ΚΙ ΕΓΩ ΔΕ Σ'ΑΓΑΠΩ ΑΚΟΜΑ.

Σ'ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΔΕ Σ'ΑΓΑΠΩ ΣΑΝ ΝΑ 'ΧΑ
ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΑ ΚΛΕΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ
ΚΙ ΕΝΑ ΔΥΣΤΥΧΟ ΑΒΕΒΑΙΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ.

ΔΥΟ ΖΩΕΣ ΝΑ Σ'ΑΓΑΠΩ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΕΧΕΙ.
ΓΙ'ΑΥΤΟ ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ Σ'ΑΓΑΠΑΩ
ΜΑ Σ'ΑΓΑΠΑΩ ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕ Σ'ΑΓΑΠΑΩ.

(Με επιφύλαξη μάλλον είναι Neruda Pablo)

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα





Αν ψέματα του ‘λεγε; Αν καμωνόταν; Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν; Πως θα σιγουρευόταν; Αλήθεια, πως;

***** ***** ***** ***** *****

Μεσάνυχτα. Στον ουρανό τον ήσυχο, το βαθυσκότεινο, θαμποσβήνουν δειλά, αχνόφωτα τα αστέρια σ’ άπειρους μαγευτικούς συνδυασμούς, αμέτρητες εξωτικές, παραμυθένιοες ζωγραφιές. Αστέρια πολλά. Μυριάδες αστέρια. Φαναράκια χρυσαφιά, που, με τις τοσοδούλικες τους λάμψεις, ζωγραφίζουν στα μενεξεδένια βελούδα γαλέρες, γιρλάντες, άτια και κάστρα και θεριά παράξενα.
Εκεί ψηλά, στων αστεριών τον κόσμο που η χλωμόχρυση σελήνη βασιλεύει, πλανιόταν κάποτε συντροφικά τρία άστρα μικρά, αδέλφια αγαπημένα. Το πρώτο το ‘λεγαν Αυγερινό, τα’ άλλο Αστραφτερή και το τρίτο το τελευταίο, που ‘χε την πιο γλυκόθωρη λάμψη απ’ όλα τ’ άλλα αστέρια που το στερέωμα στολίζουν, το ‘λεγαν «Καμάρι τ’ Ουρανού».
Ανέμελα έπαιζαν κρυφτό στα πουπουλένια νέφη, κυνηγητό με τις φεγγαραχτίδες, που γλιστρούσαν γοργά, γνέφανε γελαστά, χάνονταν και ξέφευγαν στ’ απλόχωρα ουράνια χαρωπές.
Ώσπου κουράστηκε κάποια νυχτιά το Καμάρι τ’ Ουρανού με τ’ αδέλφια του αντάμα. Απόκαμε να παίξει. Βαρέθηκε να θαυμάζει το φεγγάρι εκστατικά. Πεθύμησε σ’ άλλους κόσμους, κόσμους πρωτόγνωρους, αλαργινούς, να ταξιδέψει. Δεν το χώραγε ο ουρανός, άχαρος και πληχτικός του φαινότανε ο γαλαξίας.
- Μη φεύγεις! παρακάλεσε η Αστραφτερή.
- Μη μας αφήνεις! κλάφτηκε ο Αυγερινός.
Μα το ‘χε πάρει απόφαση το Καμάρι τ’ Ουρανού. Υπόσχεση του έδωσε πως θα γυρνούσε σίγουρα, προτού η ροδόλουστη αυγούλα ξεπροβάλει, και, μ’ ένα σάλτο ανάλαφρο, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και τις ουράνιες στράτες.
Άρχισε να γλιστρά γοργά στο διάφανο διάστημα, νιώθοντας έναν ίλιγγο μεθυστικό, ίλιγγο που τ’ ανατρίχιαζε, του έκοβε την ανάσα.
Ένα τράνταγμα, μια μαρμαρυγή, κι έπεσε το Καμάρι τ’ Ουρανού στη Γή!

***** ***** ***** ***** *****

Όταν συνήλθε απ’ την παραζάλη, έφερε το βλέμμα γύρωθε του. Είχε βυθιστεί σ’ ένα λιβάδι άγνωστο και σκοτεινό, κι η αχνή του ανάσα φανέρωνε μια ύπαρξη μαγευτική, εκεί κοντά του. Πλάι του ακριβώς, στην άκρη μίσχου λεπτού, φύτρωνε ένας ήλιος τοσοδούλης, στεφανωμένος πάλλευκες αχτίδες.
- Ποιος είσαι; μίλησε η μαργαρίτα πρώτη.
- Ένας ταξιδιώτης από το γαλαξία. Εσύ;
- Λουλούδι. Δεν έχεις ξαναδεί;
- Όχι. Από πού έπεσες εδώ;
- Δεν έπεσα. Εδώ έτυχε ν’ αναστηθώ, εδώ, σ’ ένα λιβάδι μυστικό, να ρουφώ από τη γή πικρούς χυμούς και να προσμένω…
Δε χόρταινε να την κοιτά, να θαυμάζει το φλουράτο κεφαλάκι με τα χαριτωμένα πέταλα, τον ντελικάτο μίσχο της τον τρυφερό.
Απόμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μόνο τ’ αργοθρόισμα ακουγόταν.
Ύστερα, σιγανή άκουσε τη φωνή της:
Έψαχνες να με βρείς;
Έτσι θαρρώ!
Είχε σκήψει πλάι του. Πολύ κοντά του. Ένιωσε το άρωμα της. Ένα της πέταλο άγγιξε μια χρυσαφιά του ακίδα. Ρίγησαν. Μια άλικη σπίθα ελαμψε ανάμεσα τους, κι η ψυχή του ξενιτεμένου αστεριού πλημμύρισε λατρεία τρυφερή για την μαργαρίτα την χλωμή, που ‘γερνε πλάι του σιγοτρέμοντας, απ’ τη φεγγοβολιά του θαμπωμένη.
Κι εκείνη η κρυσταλλένια νύχτα ήταν μεγάλη, ατέλειωτη, μ’ μ’ ώρες μεθυστικές, αμέτρητες, στιγμές μαγευτικές, ολόδικες τους. Το βαθυσκότεινο λιβάδι κοιμόταν απέραντο, ανασαλεύοντας νωχελικά στη μυρωμένη αύρα.

***** ***** ***** ***** *****

Ξάφνου, μια σκιά πέρασε σαν αστραπή απ’ το λιβάδι, και προτού καλά καλά φανεί, την κατάπιε πάλι το σκοτάδι. Το αστέρι ένιωσε μια σαΐτα να κεντά τα’ ασημένια του τα φυλλοκάρδια, και την ίδια τη στιγμή ζήλια μαρτυρική στην ψυχή του να φουντώνει!
Όσο ένιωθε την καλή του αγγελικά να το θωρεί, αμφιβολία βασανιστική το τυραννούσε, ζήλια για κάθε χορτάρι του απέραντου αγρού, για κάθε κρυφή της μαργαρίτας σκέψη… Βαθιά την αγαπούσε. Κι εκείνη το ίδιο άραγε; Αν καμωνόταν; Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν; Αν ταξίδευε κι αυτή στα όνειρά της; Πως θα σιγουρευόταν; Πως θα μάθαινε τα μυστικά της; Πως;
Τέτοια συλλογιζόταν, όταν τράβηξε με δύναμη ένα πέταλο χιονάτο.
- Μ’ αγαπά, μουρμούρισε όπως τ’ άφηνε να πέσει.
Έπειτα, δισταχτικά τράβηξε ακόμα ένα.
- Δεν μ’ αγαπά, ψέλλισε βραχνά.
- Μη! στέναξε η μαργαρίτα τρέμοντας από πόνο γλυκό, παράπονο, απορία.
Μα μες στη μέθη του τα’ αστέρι, πως θα μάθαινε, όπου να ‘ναι την αλήθεια, δεν έδωσε στο μαρτύριο της σημασία.
- Μ’ αγαπά: γέλαγε τρισευτυχισμένο.
- Δε μ’ αγαπά! θρηνούσε σκυθρωπό.
Κι ασυλλόγιστα μαδούσε ολοένα τα πέταλα της τα χιονάτα, ένα ένα.
- Γιατί; ψιθύριζε τ’ άδολο ανθάκι λαβωμένο.
Μα τ’ αστέρι δεν την άκουγε, στον οίστρο του παραδομένο.
- Μ’ αγαπά!
- Δε μ’ αγαπά!
Πονούσε η μαργαρίτα. Πονούσε πολύ. Με κάθε πέταλο απαλό έφευγε και μια πνοή. Ώσπου τράβηξε το στερνό της πέταλο τ’ αστέρι.
- Μ’ αγαπά! φώναξε χαρούμενο.
Κι ο αντίλαλος του γύρισε θλιμμένος πίσω.
Σταμάτησε, σκέφτηκε. Είδε την μαργαρίτα να σκιρτά όλο παράπονο, να ξεψυχά εκεί, στης λάμψης του την αχνόφωτη αγκαλιά. Έγειρε αργά αργά, άγγιξε τη χλόη. Της αύρας η πνοή πήρε τα πέταλα, τα σκόρπισε τριγύρω.
Ύστερα, τίποτ’ άλλο πια. Μόνο σκοτάδι. Κι ολόγυρα, σκούρα, πυκνά χορτάρια απειλητικά.
Τότε μόνο ένιωσε τι της είχε κάνει. Τρεμόπαιξε για μια στιγμή, στέναξε κι έπαψε ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως.
Άδικα πρόσμενε ο Αυγερινός. Άδικα τ’ αναζητούσε η Αστραφτερή.. γιατί δε γύρισε το Καμάρι τ’ Ουρανού, όπως είχε υποσχεθεί;

***** ***** ***** ***** *****

Την άλλη μέρα, όταν ροδόλουστη η αυγή απ’ της ανατολής τ’ ασημογάλαζα ξεπρόβαλε τα τούλια, σ’ απλόχωρο λιβάδι λιόχαδο, πνιγμένα μες στη δροσερή του αγκάλη, βρήκε μια μαδημένη μαργαρίτα κι ένα σβησμένο αστέρι βυθισμένα…

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

Για σένα στις επιθυμίες μου


Για σένα στις επιθυμίες μου
λόγος δεν έγινε ποτέ.
Δεν σε προέβλεψαν ποτέ
τα όνειρά μου.
Οι προαισθήσεις μου
δεν σε συνάντησαν.
Ούτε η φαντασία μου.
Κι όμως
μια ανεξακρίβωτη στιγμή
σ' εξακριβώνω μέσα μου
ένα έτοιμο κιόλας αίσθημα.

Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Από το "Λίγο του Κόσμου":






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948:

Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνεται από την ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι για αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνεται από την ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνεται από την ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνεται από την ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνεται από την ζωή μου
πέρασε επάρκεια κάποτε.

Συ δεν φαίνεσαι.

Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο
για να έχω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου να’ ναι έρχεσαι.
Φαίνεται από την ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.

κι όμως

στολισμένη για τον ερχομό σου


Από τότε που γεννήθηκα
είμαι στολισμένη για τον ερχομό σου.

Δέκα χιλιάδες μέρες πέρασαν
κι όλο πηγαίνω να σε συναντήσω.

Οι χώρες στένεψαν
τα βουνά χαμηλώνουν
τα ποτάμια λίγνεψαν.

Το κορμί μου μεγάλωσε με ξεπέρασε
απλώνεται απ' την αυγή ως το λυκόφως
σκεπάζει όλη τη γη.
Όποιο δρόμο κι αν πάρεις
θα περπατήσεις επάνω μου।


Ιβάν Γκολ

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ






(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου,
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κ' η καρδιά μου).
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σε να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, τόσο αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει
ή να κρατήσει ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου
είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε
οι εργάτες στο αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν’ απασχολώ τα δάχτυλα μου. και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64 -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64 -
κ’ οι δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου ‘λεγα για την πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τα’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύθηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας τ’ Αι Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ’ το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι
που ‘ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τα’ αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ’ τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ‘βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. –
Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες την άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλητη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
ή μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις αν κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή
παρά να το κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.
Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πώς να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με διαβεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Φορές-φορές, την ώρα πού βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω άπ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με την γριά βαριά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφήνουν πια να βγουν έξω
μ' όλο πού πίσω απ' τούς τοίχους
μαντεύουν το περπάτημα της γριάς αρκούδας –
κ' η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για που και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τούς αργόσχολους τους απαιτητικούς
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου - έστω κ' ενός αργού θανάτου-
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ' τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ' η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλια της στις πενταροδεκάρες
που τις ρίχνουνε τα ωραία και ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ , ευχαριστώ.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρόγγυλα, μεγάλα μάτια πίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια και όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
– δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω
– κι όταν σηκώνω το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοιτάχτε,
ακούστε που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθιά βαθιά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμιάν ασπιρίνη
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο
πού κάνουν οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ετοιμάζω δυο - ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας
απ' το παράθυρο τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα σταβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες - τι να τις κάνεις; -
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Τα πάθη της βροχής




Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών, άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα, μ' αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο...σί, σί, σί।

Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος, ήχος κανονικός,

κανονικής βροχής।

Όμως ο παραλογισμός, άλλη γραφή κι άλλη ανάγνωση μου 'μαθε για τους ήχους. Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή, σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα, κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ!

Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,

όλη τη νύχτα ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος, αξημέρωτος ήχος, αξημέρωτη ανάγκη το εσύ! Βραδύγλωσση βροχή,

σαν πρόθεση ναυαγισμένη,

κάτι μακρύ να διηγηθεί, και λέει μόνο εσύ, εσύ...!

Νοσταλγία δισύλλαβη, ένταση μονολεκτική,

το ένα εσύ σα μνήμη, το άλλο σαν μομφή και σαν μοιρολατρεία,

τόση βροχή για μια απουσία, τόση αγρύπνια για μια λέξη!

Πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή μ' αυτή της τη μεροληψία...

όλο εσύ, εσύ, εσύ, σαν όλα τ' άλλα να 'ναι αμελητέα,

και μόνο εσύ, εσύ, εσύ...


Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Οι καβαλάρηδες των χρυσών φεγγαριών


Κάτω από χαμηλούς ουρανούς
τρέχουν καβαλάρηδες
χάδια τ΄ανέμου τους ταξιδεύουν
ως τα νερά
ως τη βροχή που φέρνει η καταιγίδα
ακουμπούν σπαθιά κι ασπίδες και κοντάρια
ξαποσταίνουν εκεί
στον νεραιδότοπο των χρυσών φεγγαριών
δυνατοί πολεμιστές
ψάχνουν τον έρωτα και πολεμούν
ακούν τα τραγούδια των πουλιών
κεντούν σύννεφα
με βλέμμα γεμάτο κίτρινα φύλλα
αναζητούν
κουβαλούν στην ψυχή την εξορία
κάποτε τη φορτώνουν
στα φτερά των πουλιών
και την αφήνουν να παίζει
με τον άνεμο
με τα φτερουγίσματα
πάνω από τα κύματα
μετρούν τα βήματα της σιωπής
που θα τους φέρουν εκεί
στον νεραιδότοπο των χρυσών φεγγαριών
ψάχνουν για κείνο το φιλί
που δεν γευτήκανε ακόμα
σχεδιάζουν αποδράσεις
στήνουν οάσεις στον καιρό
δεν ξεχνούν
τάζουν ροδοπέταλα εκεί
στο νεραιδότοπο των χρυσών φεγγαριών...

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

Η ψυχή


Και ο Θεός δημιούργησε την ψυχή, πλάθοντας την με ομορφιά. Της έδωσε την απαλότητα της πρωινής αύρας, το άρωμα των λουλουδιών, την ομορφιά του σεληνόφωτος.

Της έδωσε επίσης ένα ποτήρι χαράς και της είπε.
Δε θα πιεις απ' αυτό το ποτήρι παρά μόνο όταν ξεχάσεις το παρελθόν και αποκηρύξεις το μέλλον.

Της έδωσε επίσης ένα ποτήρι θλίψης ,λέγοντας.
Πιες για να καταλάβεις το νόημα της χαράς.

Μετά ο Θεός έδωσε στην ψυχή αγάπη που θα χανόταν με τον πρώτο στεναγμό ικανοποίησης , και γλυκύτητα που θα χανόταν με την πρώτη λέξη αλαζονείας. Έκανε ένα ουράνιο σημείο για να την οδηγεί στο δρόμο της αλήθειας .

Έβαλε στα βάθη της ένα μάτι που βλέπει το αόρατο. Δημιούργησε μέσα της μια φαντασία που κυλά σαν ποτάμι με φαντάσματα και κινούμενες μορφές. Την έντυσε με ενδύματα λαχτάρας υφασμένα απ' τους αγγέλους απ' το ουράνιο τόξο.

...

Έτσι έφτιαξε τον άνθρωπο. Κι έδωσε στον άνθρωπο δύναμη τυφλή που γίνεται φλόγα σε στιγμές τρελού πάθους και κοπάζει μπροστά στην επιθυμία. Του έδωσε ο Θεός ζωή που είναι η σκιά του θανάτου.

Και ο Θεός χαμογέλασε και έκλαψε , κι ένιωσε μια αγάπη που δεν έχει όρια ούτε τέλος. Κι έτσι ένωσε τον άνθρωπο με την ψυχή του..

ΧΑΛΙΛ ΓΚΙΜΠΡΑΝ